Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

Ναυάγια ..



Μες  τα νερά  της θάλασσας τα βάθη   
 σε ενός λυγμού τη σκοτεινή δροσιά 
το δάκρυ που αλμύρισε το χείλι  

χρωμάτισε ξανά πάλι το δείλι ….

Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

ΚΡΑΤΗΣΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ

'τ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ' ασφοδίλια
το σταμνί πού δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεββάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου
χρυσά• τ' άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ' άστρο ο Αλδεβαράν.

Κράτησα τη ζωή μου,
κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξυάς,
καμμιά φωτιά στην κορυφή τους• βραδυάζει.

Κράτησα τη ζωή μου• στ' αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο τού περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.

Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν, μήτε η γυναίκα
περπατώντας σκυφτή, βυζαίνοντας το παιδί της.

Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές• o χιονισμένος
κάμπος, ώς πέρα ο χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν,
μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκκλήσια, μήτε
τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν, κι οι δρόμοι.

Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή,
δεν ξέρω πια να μιλήσω, μήτε να συλλογιστώ• ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».

Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ τον πάγο το χαμογέλιο τής θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες πού μου ξεφεύγουν
εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ό άνθρωπος
πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι τής σιωπής.

(ΚΡΑΤΗΣΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ -Β΄)

Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό πού σ' αγγίζει
στάλες βαρειές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπό σου,
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή,
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει, δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους πού έφυγαν, εκείνους
πού χάθηκαν μέσα στον ύπνο• τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα πού αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια τών πλατάνων εκεί
πού στάθηκε μια αχτίδα τού ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου,
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή· κράτησα τη ζωή μου.

Το χιόνι και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.

απλά εξαιρετικό !!

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

Συρματοπλέγματα

 






Ψιχάλες βροχής από χθες βαραίνουν το ήδη μουντό τοπίο της ψυχής μας..



Και μεις φορτωμένοι με την ανυπομονησία του εφήμερου , τυφλωμένοι από τις ορμέμφυτες ανάγκες μας δε διακρίνουμε πια το συρματόπλεγμα ..Έτσι δεν μας προβλημάτισε δεν μας ανησύχησε, δεν μας ενόχλησε καθόλου όταν καταφέραμε να απλώσουμε χιλιόμετρα από δαύτο σε ολόκληρο τον πλανήτη.Και οι ψυχές μας κυκλωμένες κι αυτές... Επίπλαστες επιθυμίες μια ανούσιας πλέον ύπαρξης βυθισμένης σε θολό και ασαφές τοπίο δίχως ουρανό.

Πως να δεις πλέον τον αδελφό σου που βογκά και βασανίζεται, όχι άπλα από τη στέρηση της ελευθερίας που του επιβλήθηκε, άλλα από τις απάνθρωπες και βάναυσες συνθήκες κράτησης που υφίστανται στα ελληνικά κολαστήρια που ονομάζονται φυλακές.Δεν είναι τα δικά τους σίδερα ''βαρύτερα από τα δικά μας ούτε και η τραγωδία της ύπαρξης τους βαρύτερη από τη δικιά μας.Άπλα οι συνθήκες αλλάζουν κι εκεί πιότερο πέφτουν οι μάσκες του ανθρωπισμού και του καθωσπρεπισμού μας..

Μήπως έξω είναι διαφορετικά τα πράγματα ;;Μήπως τελικά άπλα το συρματόπλεγμα άλλαξε

χρώμα έγινε λιγότερο σαφές, λιγότερο ορατό;



φύσηξε,νύχτα το πανί

του ονείρου να φουσκώσει

σ' αλαργο τόπο να βρεθώ

μακριά να με σηκώσει

 

να κρεμαστώ στο πιο ψηλό

κατάρτι να ξανοίγω

κι απ'του κορμιού τη φυλακή

να λυτρωθώ να φύγω

 

σαν άνεμος να διασκορπω

σαν νεφαλο να απλώνω

και στην ψηλότερη κορφή

τση γνώσης να ματώνω

 

ρίξε με σ' αταξίδευτους

γιαλούς να κολυμπήσω

και δώσε μου να πιω κρασί

τσ' αγάπης να μεθύσω

στη πλάτη απάνω βάλε με

του πιο τρελού σου ονείρου

κι αφησ'με,νύχτα να χαθώ

στα πέλαγα του απείρου

 

Να τελειώσω μιαν αυγή

σ'ενα χαράκι απάνω

κι όχι σε κλίνη ανήμπορος

κι αρρωστοs να ποθανω


Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2008

Ο ΤΟΠΟΣ ΜΟΥ

1944 ( Ήταν ο τόπος μου )

Ήταν ο τόπος μου βράχος και χώματα ήλιος και μαύρο κρασί

Όργωνα θέριζα και με τον Όμηρο σε τραγουδούσα, λαέ μου

Πάνω στα κύματα
νύχτες ολόκληρες

σε ονειρεύτηκα.

Ήταν τα σπίτια μου άσπρα γαρίφαλα και τα κορίτσια σεμνά.
Είχαν αρμύρα στα χείλη στα μάτια τους καίγανε την οικουμένη
και τα παιδιά μου

με μια φυσαρμόνικα

τα ξελογιάζανε.

Ήταν ο τόπος μου σαν το χαμόγελο, όνειρο καθημερνό.

Κάποιος τον πούλησε, κάποιος τον ρήμαξε σαν δανεισμένη πραμάτεια.
Τώρα τ' αγόρια μου

παίζουν το θάνατο

στα χαρακώματα.